Το  ποδόσφαιρο, ισχυροποιεί την αυτοπεποίθηση του παιδιού, το βοηθά να ξεπεράσει τις αναστολές του και ενδυναμώνει τα συναισθήματά του. Μέσα στην ομάδα μαθαίνει να παίζει το δικό του ρόλο, να έχει δικό του τομέα ευθύνης, να υπερασπίζεται μία θέση, να είναι χρήσιμο και λειτουργικό κομμάτι της «μηχανής». Του δίνεται η ευκαιρία να ξεφύγει από τον καθημερινό εαυτό του και να κινηθεί ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Στην ποδοσφαιρική ομάδα ο νεαρός παίκτης υποδύεται το ρόλο που του ανέθεσαν με τόσο πάθος, ώστε ταυτίζεται με αυτόν τον χαρακτήρα απόλυτα. Είναι ο κέρβερος του τέρματος, ο κυματοθραύστης των επιθέσεων, ο στρατηγός του αγώνα, ο πολιορκητικός κριός των επιτιθέμενων. Ο ποδοσφαιριστής είναι αυτός που κατασκευάζει τη δράση μέσα στο γήπεδο, που προσφέρει το θέαμα, που πάνω του είναι στραμμένα όλα τα μάτια.
Το ποδόσφαιρο, ως κατ’ εξοχήν ομαδικό άθλημα, καλλιεργεί την υπευθυνότητα και την ψυχραιμία, ενθαρρύνει τη συνεργασία και αποθαρρύνει την εγωκεντρική συμπεριφορά. Η γρήγορη εναλλαγή των φάσεων αυξάνει την ταχύτητα αντίληψης, αντίδρασης και ανταπόκρισης του παίκτη. Δεν αφήνει περιθώρια λάθους και χαλάρωσης. Απεναντίας, ζητά κάθε στιγμή το ανώτερο, τόσο από το σώμα όσο και από τον νου. Είναι λοιπόν το ποδόσφαιρο ένα παιχνίδι για δυνατά σώματα, για υπομονετικούς χαρακτήρες αλλά και για δυνατά μυαλά.
Τo θεμελιώδες ερώτημα που προκύπτει είναι αυτό που προβληματίζουν κάθε οικογένεια που έχει παιδί ποδοσφαιριστή: Το ποδόσφαιρο κλέβει από το σχολείο ή το σχολείο από το ποδόσφαιρο;
Η απάντηση στον προβληματισμό που τίθεται αναγκαστικά, αν σχολείο και ποδόσφαιρο συμβιβάζονται είναι αναμφίβολα θετική: Χωρίς αμφιβολία, η συστηματική ενασχόληση του μαθητή της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με το ποδόσφαιρο είναι απολύτως συμβατή με την ιδιότητα του μαθητή και τις σχολικές του απαιτήσεις, ακόμα και όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί στη αντιφάσκουσα χώρα μας. 
Το ποδόσφαιρο δίνει, δεν παίρνει. Το βλέπουμε στις σχολικές αίθουσες καθημερινά. Μαθητές που αθλούνται συστηματικά και οργανωμένα, μαθητές που είναι μέλη μιας  ποδοσφαιρικής ακαδημίας ή παιδικής και νεανικής ομάδας ενός συλλόγου, είναι ξεχωριστοί μαθητές. Είναι εξωστρεφείς, συνεργάσιμοι, δραστήριοι και αποτελεσματικοί. Είναι πεισματάρηδες, φιλόπονοι και μεθοδικοί. Είναι προσωπικότητες ανεξάρτητες, είναι συγκεντρωμένοι στα καθήκοντά τους και σταθεροί. Δεν φοβούνται τον ανταγωνισμό, γιατί το αίσθημα της άμιλλας έχει γίνει, λόγω του αθλήματος, στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Δεν είναι οι μαθητές «φυτά» που παίρνουν άριστα παπαγαλίζοντας. Ίσως να μην παίρνουν συχνά άριστα, είναι όμως πολύ καλοί και θετικοί, είναι αγωνιστές, έχουν ευχάριστο χαρακτήρα και δεν δημιουργούν προβλήματα. Είναι οι αγαπημένοι των εκπαιδευτικών και είναι αυτοί που έχουν τις περισσότερες προϋποθέσεις να κερδίσουν στη ζωή. Ξέρουν να κολυμπούν και δύσκολα θα ναυαγήσουν. Όσοι, ελάχιστοι, δεν έχουν καλές σχολικές επιδόσεις ας ψάξουν να βρουν την αιτία αλλού και ας αφήσουν ήσυχο το ποδόσφαιρο. Χωρίς αυτό θα ήταν ακόμη χειρότεροι και θα είχαν άλλες, κακές, συνήθειες.
H μεγάλη παιδαγωγός Maria Montessori διατύπωσε πιο εύστοχα από οποιονδήποτε άλλο τη σημασία του σεβασμού της παιδικής ηλικίας και την αναγκαιότητα του παιχνιδιού, που είναι αδιαπραγμάτευτη:
«[…] όλα τα κακά των ανθρώπων, οι ανισότητες, οι αδικίες οι εκβιασμοί, οι αταξίες, τα μίση, οι πόλεμοι εξαρτώνται στο βάθος από τη βία που ασκούμε στο παιδί, την αταξία, την όποια αυθαιρεσία που εισάγει στην ψυχή του ο εγωισμός του ενηλίκου και στην πορεία  της μεταμόρφωσής του, από τα παραγωγικά σπέρματα που σκοτώνουμε σ’ αυτό, από την κατάπτωση στην οποία καταδικάζουμε τις φυσικές του ενέργειες […]».
Δεν χρειάζονται σχόλια. Το παιχνίδι είναι κατ’ εξοχήν παραγωγικό σπέρμα και φυσική ενέργεια.

Παππά Άννα
Απόσπασμα από το βιβλίο «Η δημιουργία του ποδοσφαιριστή» Εκδόσεις Φυλάτος

Πολλές στιγμές της σχολικής χρονιάς, ο δάσκαλος  μετατρέπεται σε έναν πραγματικό παραμυθά, φορώντας το περίεργό του καπέλο. Tο καπέλο του παραμυθά και η γωνιά της βιβλιοθήκης, μετατρέπεται σε ταξιδιάρικο τρενάκι, με οδηγό τον παραμυθά και ένα καλό βιβλίο!
Η φράση «μια φορά και ένα καιρό…», ασκεί μαγική δύναμη και έχει μεγάλη σημασία για το παιδί. Το παιδί από τη στιγμή εκείνη μεταφέρεται με τα φτερά της φαντασίας του σ’ ένα θαυμαστό κόσμο, κόσμο γεμάτο αισιοδοξία, χαρά, αγάπη, ειρήνη.
Το παραμύθι συμβάλλει  στην πολιτισμογνωσία, γιατί καθώς αναφέρεται στην ιστορία, τα ήθη και έθιμα εισάγει στο πνεύμα και στη ψυχή, τη γνώση διάφορων πολιτισμών και αποκτούν  τα παιδιά λαογραφικές γνώσεις.
Το παραμύθι είναι ένα μέσο για τη γλωσσική ανάπτυξη του παιδιού. Το παιδί ευχαριστιέται να ακούει παραμύθια ή ακόμη  και να τα διηγείται το ίδιο. Όταν διηγείται το δικό του παραμύθι ή ακόμη και το παραμύθι της ομάδας του, πετυχαίνει να χρησιμοποιεί πολλά στοιχεία του λεκτικού μας πλούτου και των εκφραστικών δυνατοτήτων που προσφέρει η γλώσσα μας.    Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, του δίνονται ευκαιρίες να εμπλουτίσει το λεξιλόγιό του, να γίνεται ασυνείδητα κάτοχος του γλωσσικού μηχανισμού και συνηθίζει  στην ακριβή και σαφή διατύπωση διανοημάτων και συναισθημάτων.
Η γνώση της γλώσσας, δεν αποτελεί  απλά μόνο ένα εργαλείο επικοινωνίας, αλλά είναι καθοριστικό συστατικό της προσωπικότητας του ανθρώπου και της φυσιογνωμίας ενός λαού. Η γλώσσα, δεν είναι ένα άψυχο πράγμα, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός. Μέσα από τη γνώση της γλώσσας, στο παιδί, απεικονίζονται στοιχεία από την ιστορία, τη σκέψη, την καλλιέργεια του πολιτισμού μας.
Στα παραμύθια όλα έχουν ψυχή, αισθήσεις και βούληση. Έτσι, δεν τέρπουν μονάχα την παιδική ψυχή, αλλά ανταποκρίνονται στην παιδική ανάγκη και επιθυμία του παιδιού να ξεφύγει από την πεζότητα της ψυχρής πραγματικότητας.
Ο δάσκαλος, θα πρέπει να κατέχει καλά το περιεχόμενο του παραμυθιού, ώστε να μπορεί να το διηγηθεί χωρίς διακοπές, επαναλήψεις, δισταγμό, με αποτέλεσμα να χαλαρώσει η προσοχή των μαθητών του. Η διήγηση θα πρέπει να είναι παραστατική, ζωντανή, ρέουσα, δραματική, να συνοδεύεται με μιμητικές κινήσεις και να χρησιμοποιεί ευθύ, αντί πλάγιου λόγου. Όπως επίσης,  θα πρέπει να αποφεύγει τις περιττές λεπτομέρειες, τις ηθικές κρίσεις επί των γεγονότων και τους χαρακτηρισμούς δρώντων προσώπων. Θα πρέπει να έχει νιώσει ο ίδιος πρώτα την ομορφιά του κειμένου, για να τη μεταδώσει στα παιδιά.
Στο τέλος, τα παιδιά οδηγούνται αυθόρμητα στη δραματοποίηση, στην εικονογράφηση της ιστορίας, στο γράψιμο ενός παράλληλου παραμυθιού ή απλώς συνεχίζουν την ιστορία και της δίνουν το δικό τους τέλος. Η πιστή δραματοποίηση μιας γνωστής ιστορίας, εμπεριέχει το πρόβλημα ότι τα παιδιά γνωρίζουν το τέλος εκ των προτέρων. Πολλές φορές, χρησιμοποιώντας, μια ιστορία σαν εκκίνηση, καλούνται τα παιδιά να σκεφθούν πώς θα την εξερευνήσουν, πώς θα την ξεκινήσουν, πώς θα διατηρήσουν ζωντανή κάποια δραματική ένταση. Άλλες φορές πάλι ο δάσκαλος πριν διαβάσει την ιστορία, μπορεί να διαμορφώσει μια κατάσταση παρόμοια με εκείνη του παραμυθιού, να το δραματοποιήσουν ουσιαστικά χωρίς να το έχουν ακούσει και στο τέλος να διαβαστεί και τα παιδιά να εντυπωσιαστούν, γιατί θα έχουν την εντύπωση ότι είναι μέρος της ιστορίας, που τώρα πια γίνεται κτήμα τους. Με τους παραπάνω τρόπους, ο δάσκαλος πετυχαίνει  να εισάγει στη διαδικασία της μάθησης το παιδί, με προσωπικό ενθουσιασμό και θέληση, να μάθει πιο εύκολα, να κατανοεί καλύτερα, να θέλει να μάθει να διαβάζει.
Η Virginia Havilant είπε: « Θα υπήρχε πλήρης στασιμότητα σ’ όλες τις επιστήμες και στη τέχνη, δίχως την αχαλίνωτη φαντασία δημιουργικών ανθρώπων που, όπως φαίνεται, επηρεάστηκαν διαβάζοντας παραμύθια στην παιδική τους ηλικία».

Παππά Άννα
Δασκάλα – Συγγραφέας