Οι τίγρεις της λησμονιάς

Η Λεμονιά Γεμουρτζίδου έγραψε το βιβλίο  “Οι τίγρεις της λησμονιάς” Εκδόσεις Φυλάτος

Έγραψαν για το βιβλίο:

Εξαιρετική χρήση της ελληνικής γλώσσας. Λέξεις, που ναρκωμένες λουφάζουν στα λεξικά, εδώ αφυπνίζονται και, με μοναδική ακρίβεια, εκπληρώνουν τον καλαίσθητο -και όχι μόνο- ρόλο τους.  Όμως η μαγεία δεν σταματά εκεί. Ο παραλληλισμός του μύθου της πρωταγωνίστριας με τους αρχαίους μύθους κάνει την έμπνευση μοναδική και την αφήγηση απολαυστική. Έτσι η παράλληλη αφήγηση μίας σύγχρονης ιστορίας και η ταύτιση ή σύγκριση, κάθε φορά, με έναν αρχαίο μύθο απαλείφει τον χρόνο και κάνει το χθες σήμερα, τώρα. Δεν υπάρχει χρόνος. Δεν υπάρχει ούτε όνομα για την πρωταγωνίστρια. Υπάρχει για τη γάτα της, αλλά όχι για την ίδια. Έτσι το παραμύθι γίνεται αρχαίος μύθος που περιφέρεται μπροστά μας, ανάμεσά μας, σαν να είναι τωρινός, ανασταίνεται και παίρνει ενεργό ρόλο στο σενάριο.

Από ένα σημείο και μετά ο αναγνώστης φαντάζεται πως κι εκείνος θα μπορούσε να το είχε γράψει, πως το βιβλίο  προϋπήρχε μέσα του, κρυμμένο στους αρχαίους μύθους που διδάχτηκε στο σχολείο, κάποτε.

Οι μικρές προτάσεις, που μερικές φορές είναι μονολεκτικές, ακούγονται σαν σφυρί που χτυπά το ξύλινο σήμαντρο, το τάλαντο. Ταρακουνούν τον αναγνώστη, κυρίως με τον απόηχο που δημιουργούν.

Τι σας ώθησε στη συγγραφή και πώς επιλέξατε αυτό το θέμα;

Είχα έμφυτη κλίση από παιδί. Με μαγνήτιζε το ταξίδι στις σελίδες ενός βιβλίου. Έγραφα τις καλύτερες εκθέσεις στα μαθητικά μου χρόνια, όμως η συγγραφική ποιότητα αποκτάται με το διάβασμα της πεζογραφίας, της φιλοσοφίας, της ποίησης. Βαπτισμένη στα νάματα των μεγάλων δημιουργών, που ο κρατερός λόγος τους δεν φυλακίστηκε, δεν αλυσοδέθηκε, αλλά ελεύθερος και ζωντανός πνέει και εμπνέει, γίνεται ιχνηλάτης μιας ατέρμονης έκφρασης, μιας ακατάλυτης ομορφιάς σε έναν υπέρτατο συγκινησιακό άλλον κόσμο, κάποια ανύποπτη χρονική στιγμή, ένιωσα αιφνίδια μιαν ακαταμάχητη δύναμη να δίνει ερέθισμα στη σκέψη, να μυρμηγκιάζει τα δάχτυλά μου, να κινεί το νήμα της γραφής, ώστε να καταθέσω της ψυχής τα απρόσιτα, τα ανείπωτα της ψυχής να καταγράψω.

Τι ποσοστό του βιβλίου βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και σε τι ποσοστό είναι μυθοπλασία;

Λογοτεχνία χωρίς παραμύθι, γίνεται; Μάλλον, δεν γίνεται! Ξεπηδάει από μέσα μου η ιδέα, γυροφέρνω την ιστορία στο μυαλό μου, ελπίζω ο σπόρος να μην είναι άγονος, περιμένω να με αγγίξει η μούσα της έμπνευσης. Από την πρώτη αράδα της μυθιστορίας, φαντάζομαι την ακολουθία των λέξεων, τη συγχορδία της πρότασης, την ενορχήστρωση του κειμένου. Για εμένα η λέξη είναι το άπαν· φορές με παιδεύει, μερικές με αντικρούει, άλλες μου διαφεύγει, κάμποσες με εξουσιάζει, όμως πάντα, με μαγεύει. Με ενδιαφέρει κυρίως, αυτό που κρύβει από κάτω, η σκιά που ξεγλιστρά, ο απόηχος που δονεί, το ξαφνικό που ριγεί τον αναγνώστη, η ουσία που σε πάει κάπου αλλού. Γυρεύω αυτό που με ξεπερνά, το άπιαστο, το τέλειο, το άφατο, οπότε μοιραία, μαζί με την άδηλη κλωστή της φαντασίας εμπλέκεται και η μυθοπλασία στην πορεία της αναζήτησης, στα άπειρα δώρα του χρόνου, στην προσωπική αποκρυστάλλωση… «Ό,τι γράφουμε συνέβη. Τίποτα δεν συνέβη όπως το γράφουμε», έλεγε ο Γκαίτε.

Ποια από τα βιβλία που διαβάσατε σας έχουν επηρεάσει; Έχετε κάποιο πρότυπο;

Σαφώς και με έχουν επηρεάσει άλλοι συγγραφείς, ο καθένας με τον μοναδικό τρόπο του, φυσικά. Όλοι διετέλεσαν, ως πρότυπο, την κατάλληλη χρονική περίοδο που ρουφούσα άπληστα τη γνώση από τα γραφόμενά τους. Μελετώ από παιδί, όπως σας προανέφερα. Υπάρχει άπλετη σπουδή στην προσεκτική ανάγνωση ενός καλού βιβλίου. Πέρα από το γεγονός ότι ζεις σε έναν παράλληλο βίο μαγείας, καλλιεργείς την ψυχή σου, ανακαλύπτεις κρυφές πτυχές του εαυτού σου, οξύνεις το πνεύμα σου. Είναι ατελεύτητη η αναζήτηση στις σελίδες των βιβλίων, υπάρχει θησαυρός κρυμμένος, ανεκτίμητος, στα έργα, όλων εκείνων των δημιουργών, που αναδύθηκαν έπειτα από υπερβατικό διαλογισμό, από εμπειρία ζωής, από κατάθεση ψυχής, από γόνιμη φαντασία. Έργα που τα τολμηρά οράματά τους έμειναν αναλλοίωτα, έγιναν αθάνατα στο πέρασμα του άχρονου χρόνου, συσσωρεύονται στα βιβλία της ανθρώπινης πείρας και μεγαλώνουν τον όγκο του οικοδομήματος της γνώσης.

 

Από πού αντλείτε την έμπνευση για να γράφετε;

Υπάρχει σοφία μέσα μας. Ο ανώτερος εαυτός μας γνωρίζει τα πάντα, (διαίσθηση, προαίσθηση, ενόραση), ξέρει όλες τις απαντήσεις. Θεωρώ πως έχω μια μύχια σχέση με το ασυνείδητο, τη λογική, τη νόηση, το υποσυνείδητο. Αυτός ο πυρήνας της γνώσης με οδηγεί σε μαγευτικές ατραπούς. Κυνηγώ τα ανεπαίσθητα, ψάχνω το αδιόρατο, βιώνω το δράμα. Ραγίζω στο ανερμήνευτο κλάμα ενός παιδιού, ευγνωμονώ με το τιτίβισμα του σπουργιτιού στη βροχή, γίνομαι ένα με το στροβίλισμα του πλατανόφυλλου στον αέρα, αναρωτιέμαι για το ξεχασμένο κόκκινο μανταλάκι στο σχοινί της μπουγάδας, ριγώ στο μουρμουρητό του ζητιάνου, ανταποκρίνομαι στο χουχουνητό της κουκουβάγιας, αφουγκράζομαι την εύγλωττη σιωπή, αγαλλιάζω με το πέταγμα του αετού, βουρκώνω στη θέα ενός αδέσποτου ζώου. Με συνεπαίρνουν τα φανερά μυστικά, τα αφανέρωτα μυστικά του κόσμου ετούτου, ενώ οι αλλεπάλληλες εικόνες που άξαφνα ξεπηδούν και ξεδιπλώνονται καλειδοσκοπικά, παίζουν σημαντικό ρόλο. Επίσης, τολμώ να σας εκμυστηρευτώ πως, η σκοτεινιά με σαγηνεύει απίστευτα, με θρέφει το αυτοκαταστροφικό που κουβαλώ μέσα μου. Παραδίνομαι στα σκοτάδια μου, χαροπαλεύω με τους φόβους μου, κατατρώω τα σωθικά μου, ξορκίζω τους δράκους μου, ακούω την εσώτατη φωνή μου, καταθέτω τα εσώψυχά μου. Γυρεύω το αντίδοτο του πόνου, το άλλο φερμένο από το χτύπημα του κεραυνού στο αλλιώτικο σύμπαν που γράφοντας κτίζω.

Σε ποια κατηγορία αναγνωστών πιστεύετε ότι θα έχετε μεγαλύτερη απήχηση;

Εύκολη η ερώτηση, η απάντηση δύσκολη. Αν μιλήσω ως αναγνώστρια, δεν υπάρχει για εμένα κατηγορία αναγνωστικού κοινού. Όλα εξαρτώνται από την ψυχική κατάσταση του ανθρώπου που αγαπά το διάβασμα. Πιστεύω, πως δεδομένης στιγμής, το βιβλίο επιλέγει τον αναγνώστη. Αν απαντήσω ως συγγραφέας, θα έλεγα πως πρέπει να υπάρχει διάχυτος ο λυρισμός στο κείμενο, η εκφορά του λόγου να κινεί το συναίσθημα, να γοητεύει, να προκαλεί συγκίνηση, να κάνει τον αναγνώστη να μπει στις σελίδες του, να νιώσει πως ανήκει εκεί, να προχωρά βήμα-βήμα, χωρίς ορθολογισμό, χωρίς να ξέρει που θα τον βγάλει, στο τέλος, η αλληγορία, το ονειρικό, η πραγματεία… να χάνεται, να ψάχνεται… και κάπου εκεί, πέρα από την πεζή αντίληψη πραγμάτων, να ανακαλύψει, εν μέρει, τον βαθύτερο εαυτό του…

Κατά την γνώμη σας σε τι μπορεί να μας βοηθήσει σήμερα η Λογοτεχνία;

Σε μια πολυδιάστατη ζωή που δεν είναι μόνο πράξη, που δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται, αλλά είναι και φιλοσοφία, και αυτογνωσία, και θεογνωσία, η λογοτεχνία διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο. Ανά πάσα ώρα, μας δίνει τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε τις σκέψεις, τους προβληματισμούς, τις βαθύτερες παρορμήσεις του εκάστοτε συγγραφέα που λειτούργησαν σαν κινητήριοι μοχλοί για το έργο τους, αντανακλούν το θείο μες στα γραφολογήματά τους και ξεχώρισαν ως ιερά τέρατα της τέχνης του λόγου, ανά τους αιώνες. Ο αναγνώστης δημιουργεί στενή σχέση με προσωπικότητες κάθε εποχής, διεισδύει στα μυστήρια της εσώτερης ζωής του ανθρώπου, μοιράζεται απόκρυφα όνειρα, γεύεται τη γλυκόπικρη προσωπική μάχη, ξεκλειδώνει ερμητικά μυστικά, μαθαίνει την αλήθεια ενός ολόκληρου βίου, εμπνέεται με την ελευθερία του λόγου τους, παίρνει αφύπνισης μηνύματα, διερευνά μυαλού ορίζοντες, ανοίγει ψυχής λεωφόρους και, σε μια ολόκληρη αποκαλυπτική κλίμακα αφηγηματικού μεγαλείου, ανταμείβεται θαυμαστά.

Τι σημαντικό έχετε αποκομίσει από τη συγγραφή του βιβλίου σας;

Η εμπειρία της συγγραφής συγκλονιστική, μυστηριακή, ασύλληπτη. Ο μαγικός τρόπος, μα και ο παραλυτικός τρόπος, να δραπετεύω από την ωμή πραγματικότητα, να σμιλεύω σπαράγματα αναμνήσεων, να ακολουθώ αχνάρια δακρύων, να ανασκαλεύω σημειωματάρια διαδρομών, να ανατριχιάζω σύγκορμη από την αχαλίνωτη περιπλάνηση του νου. Κόλαση και Παράδεισος μαζί, η άφθαρτη ζωή μες στη φθαρτή ζωή μου. Αρίφνητες νύχτες αφήνομαι στα άρρητα ρήματα της σιωπής, παραπαίω από τη βελούδινη σιωπή σε βασανιστικές σιωπές, εμπιστεύομαι το ένστικτό μου, μιλώ με το υποσυνείδητό μου, περνώ από την απόλυτη τρέλα στην τρομαχτική διαύγεια, ταλανίζομαι από λαχτάρα, από πανικό, από αγωνία, τριγυρνώ στα ηλιόλουστα αλώνια του άφρονα Βοριά, περπατώ σε αδιέξοδα δρομάκια, στέκομαι σε ριψοκίνδυνα τρίστρατα, φτάνω στην αφέγγαρη άκρια του πυρομάντη γκρεμνού, μέχρι να ολοκληρώσω το μυθιστόρημα, να κλείσω τον κύκλο, να ανοίξω τον επόμενο. Το γράψιμο είναι για εμένα, ένα ανομολόγητο εκφραστικό χρέος, μία αμίλητη δοκιμασία ψυχής, όπου με σταυρώνει η σκέψη, με σφυρηλατεί το συναίσθημα, με λυτρώνει η λέξη. Νιώθω τυχερό ανθρώπινο πλάσμα που πιάστηκα στον αόρατο ιστό αυτού του πεπρωμένου και ζω δύο ζωές πάνω στο πρόσωπο της Γης.

Ποιος είναι ο αγαπημένος σας συγγραφέας;

Φιλόσοφοι. Μηδενιστές. Αμφιλεγόμενοι. Θρησκευόμενοι. Ρομαντικοί. Μεταφυσικοί. Αιρετικοί. Μυστικιστές. Σκοτεινοί…

Ασύγκριτοι όλοι!!! Όλοι αγαπημένοι!!!

Ξέχωρα ο καθένας με σκλάβωσε στα μάγια της γραφής του. Άλλοι με οδήγησαν στα Ηλύσια Πεδία του Πνεύματος, άλλοι με τα ταξίδεψαν στα Νησιά των Μακάρων, άλλοι με σκαρφάλωσαν στα Ουράνια, άλλοι με γκρέμισαν στα Τάρταρα, άλλοι με έκαναν να δω το μεγαλείο της Ζωής και να αναρωτηθώ για το ελάχιστο της Ύπαρξής μας. Είδα να καθρεφτίζεται η ψυχή μου στην άβυσσο που αντίκρισαν οι ίδιοι και βρήκα αθέατα περάσματα από το Σκοτάδι στο Φως στην πεμπτουσία της τέχνης τους… άλλωστε, «η ψυχή πάντα πρέπει να μένει ανοιχτή, έτοιμη να δεχτεί την εμπειρία που θα την οδηγήσει σε έκσταση», όπως είπε και η Έμιλυ Ντίκινσον.

Για το βιβλίο της έγραψε η Λεμονιά Γεμουρτζίδου:

Θα σας διηγηθώ μια ιστορία

Σε μια μεγαλούπολη του κόσμου, ένας ζητιάνος περιδιάβαινε κάποιο βράδυ στους δρόμους της. Ψάχνοντας στον κάδο των απορριμμάτων, να βρει κάτι να φάει, έμεινε το βλέμμα του για λίγο σε κάτι που λαμπύρισε.
Με έκδηλη περιέργεια, άρχισε να ανακατεύει τα σκουπίδια. Έπειτα από λίγα λεπτά, βρήκε ένα μικρό, χοντροκομμένο γυαλί. Διάπλατα άνοιξε τα μάτια του από έκπληξη και χαρά, ένιωσε τυχερός για πρώτη φορά στη ζωή του, ξέχασε την πείνα του, προσεκτικά το φύλαξε στην τσέπη του και προχώρησε.
Περπατώντας, κάθε λίγο και λιγάκι το έβγαζε από την τσέπη του, το κρατούσε στα ακροδάχτυλά του και, εκστασιασμένος, κοίταζε τις χρωματιστές ακτίνες που τρεμόπαιζαν στον πυρήνα του, από τις αντανακλάσεις που δημιουργούσαν τα δυνατά φώτα του δρόμου, χτυπώντας στο διαφανές κρύσταλλο. Ο κεντρικός δρόμος έσφυζε από ζωή.
Καθώς βάδιζε και γελούσε, οι επαναλαμβανόμενες, παιδιάστικες κινήσεις του τράβηξαν την προσοχή και το ενδιαφέρον ενός άνδρα.
Ο άγνωστος τον πλησίασε και τον ρώτησε τι κάνει.
«Παίζω μ’ ένα μαγικό γυαλί», του απάντησε ο ζητιάνος.
Άστραψε στο βλέμμα του ξένου το κρύσταλλο που κρατούσε στα χέρια του ο κουρελής· μισόκλεισε τα μάτια του γιατί η λάμψη του τον ζάλισε και του ζήτησε να το αγοράσει.
Έπειτα από πολλές προσφορές, ο ζητιάνος δέχτηκε και πούλησε στον άγνωστο άνδρα το γυαλί, που είχε στη χούφτα του, για εκατό δολάρια.
Το κρύσταλλο ήταν ένα από τα μεγαλύτερα διαμάντια στον κόσμο.
Βρέθηκε στα σκουπίδια…

Η συγγραφέας,
Λεμονιά Γεμουρτζίδου