1ος & 2ος τόμος Δέον ή Ου έντυπο

1ος ΤΟΜΟΣ

Δημογέροντας, ο Α σ η μ ά κ η ς, σεβαστός και δακτυλοδεικτούμενος. Σκληρός μα και με ευαισθησίες που ήξερε να τις κρύβει καλά μέσα του, να τις οργανώνει βήμα στο βήμα και να π ε τ υ χ α ί ν ε ι σχεδόν πάντα αυτό που ήθελε, χωρίς τυμπανοκρουσίες και ανούσιες τοποθετήσεις! Αγωνιστής από τα γεννοφάσκια του, οξύνους και διορατικός. Άρχισε να ετοιμάζεται, είχε συνεδρίαση σήμερα, 8 Νοεμβρίου του 1893, ε ν  Μ έ τ ρ α ι ς  της Ανατολικής Θράκης.
Ο καλαμαράς συνέχιζε να γράφει τις αποφάσεις της συνεδρίασης μα ο νους του κόλλησε σε μια φράση και τίποτα δεν άκουσε παρακάτω.
«Δ έ ο ν  ή  ο ύ;  Δ έ ο ν  ή  ο ύ;  Δ έ ο ν  ή  ο ύ; …»
Ένα ερωτηματικό που κλωθογυρίζει σε ολάκερο το βιβλίο, ζητά απάντηση για την τυράννια του απαγορευμένου έρωτα, τα αλισβερίσια παντός είδους, τα θαμμένα μυστικά, τον κρυμμένο θησαυρό, την επιλογή των γραμμάτων ως μέσο ελευθερίας, σε ζοφερούς καιρούς που μυρίζουν μπαρούτι, με τη θρυαλλίδα του πολέμου ν’ ανάβει. Αγγίζονται, όμως, με πείσμα τα όνειρα, βρίσκοντας καταφύγια απαντοχής. Αλλά έρχονται καιροί φουρτουνιασμένοι, μαρτυρικοί, με φιρμάνια, με φαρμάκια. Αφανίζονται, εκδιώκονται, απελαύνονται, χωρίς έλεος, λαοί, αρχίζοντας από το ρωμαίικο της Βόρειας Θράκης, τους Αρμένιους, τους Πόντιους, τους Μικρασιάτες, τους Ανατολικοθρακιώτες. Χαρίζονται τα χώματα. Ξεριζώνονται, οι για αιώνες ριζωμένοι σε τούτα. Άνθρωποι πηγαίνουν κι έρχονται – με κριτήριο τη θρησκεία – χωρίς να ρωτηθούν.
Ανταλλαγή το είπανε.

2ος ΤΟΜΟΣ

«Κι έτσι καταντήσανε τους ανθρώπους να ‘ναι ίσοι κι όμοιοι με τις πραμάτειες. Άκου ανταλλαγή» μονολογεί αγαναχτισμένος ο Ασημάκης. Το αρχέγονο κύτταρο ουρλιάζει. Τριανταένα χρόνια πλεγμένα ανάμεσα στη μυθοπλασία και την ιστορία
Στα χέρια του ο Γιάγκος κρατά σφιχτά το α σ η μ ο κ α π ν ι σ μ έ ν ο κιτάπι με καταγραφές από το 1893 έως και το 1924, με της Ανατολής τα γλυκοχαράματα έως και τις δύσεις, που άλλοτε τις ακολουθούν αστροφεγγιές κι άλλοτε άφεγγες νυχτιές. Θεωρεί ευθύνη του, μέσα από τα αχνά και ξεθωριασμένα γράμματα να ανασύρει τις μνήμες, γιατί η εξέλιξη μέσα από τις μνήμες έρχεται. Ή όχι;
Να ιστορηθούν εντέλει στα φανερά, χωρίς ψιθύρους, μισόλογα και παρανοήσεις, τα γνωρίσματα κι οι λογισμοί μιας ευημερούσας κοινωνίας και να αποκαλυφθούν οι καταθέσεις της ψυχής τους. Θεωρεί τιμή του, τα κιτρινισμένα φύλλα κάποτε, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, όταν η μνήμη σταματήσει να πονά, να μετατραπούν σε λευκά νοσταλγικά φύλλα. Αλησμόνητα.
Από αγάπη στον παππού. Από σεβασμό σε όλους όσους πάσχισαν και λαχτάρισαν για την Π α τ ρ ί δ α!
Ένα μνημόσυνο χρέους για το τελευταίο ρωμαίικο.

Η Μικρή Πατρίδα χάθηκε. Όχι, η μνήμη. Η δική του υπόσχεση.

Κεφάλαιο Εικοστό Δεύτερο: «Κόσμος πάει κι έρχεται. Ανταλλαγή το είπανε…»

Απόσπασμα από το εικοστό δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο, «Κόσμος πάει κι έρχεται, Ανταλλαγή το είπανε…»

«Έναν περίπου μήνα μετά την ανακωχή των Μουδανιών, στη Λωζάνη της Ελβετίας, συγκεντρώθηκαν οι κεφαλές πολλών κρατών, στην περίφημη Συνδιάσκεψη Ειρήνης. Την επόμενη χρονιά, τον Γενάρη του 1923, συμφώνησαν περί της ανταλλαγής πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Σύμβαση την ονόμασαν.

Πέρασαν οι μήνες και μετά από πολλά μαγειρέματα, έχουν καταλήξει και συνομολογήσει. Με αποτέλεσμα, μέσα στο καλοκαίρι στις 24 τον
Ιούλη, να είναι εντέλει έτοιμο το τελικό κείμενο, αφού ξεπεράστηκαν όλες οι διχογνωμίες, και να υπογράφεται η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών.

Συνθήκη την ονόμασαν τώρα.
Οι μόνοι που δε ρωτήθηκαν αν συμφωνούν ή διαφωνούν ήταν οι υποχρεωτικώς ανταλλασσόμενοι πληθυσμοί.» […]

«Έκλεισε τα κανάτια. Ξεκαθάρισε με τον ρουχισμό. Μόλις θα τελείωνε με το κονάκι θα πήγαινε στο χάνι. Εκεί κρατούσαν τις προμήθειες της σίτισης. Τις απαραίτητες για το στρατί της προσφυγιάς. Η ματιά της έπεσε στον μεγάλο μπρούτζινο καθρέφτη. Στηριγμένος με ορθοστάτη δίπλα στην ντουλάπα. Διέκρινε ένα λευκό τσουλούφι μεγαλούτσικο, να ξεπηδά και να χορεύει στο μέτωπό της.
Μέσα σε μια νύχτα άσπρισε. Το μάζεψε προς τα πάνω με μια φουρκέτα.
Την πίκρα, τον πόνο που χτύπησε το μέσα της, δεν τα βγάζει κατά έξω με κουβέντες ξελάφρωσης, με αναστεναγμούς ή με αχ και βαχ. Μόνο χαμογελά στα βάσανα.
Όσο όμως και να τα καταπνίγει στα εντός της, αυτά βρήκαν τον τρόπο και ξέσπασαν κατά έξω. Άσπρισε το μαλλί.
«Ε, ιστέ, ελευθερώθηκαν τα σωθικά μου.Δε μαγαρίστηκαν» είπε, και συνέχισε το πακετάρισμα. Μήτε η πίκρα μήτε ο πόνος μήτε το ξεκλήρισμα μήτε
η άγνωστη στράτα μπορούν να λιγοστέψουν της ψυχής τη δύναμη να αντέχει τα αναπάντεχα, αν το θέλει. Ή μήπως όχι;» […]

αναδημοσίευη: blog της Θάλειας Ασημακίδου

Αγοράστε το βιβλίο μέσω του αυτοματοποιημένου συστήματος πώλησης του ηλεκτρονικού καταστήματος fylatos.com, προσθέτοντας το στο καλάθι ή με τηλεφωνική παραγγελία στο 2310-821622 ή μέσω βιβλιοπωλείων.

Για άμεση αγορά κάνε κλικ εδώ

ISBN978-618-5318-52-9 & 978-618-5318-53-6
ΣΕΛΙΔΕΣ1ος τόμος 636 & 2ος τόμος 486 (συνολικά 1122 σελίδες)
ΕΚΔΟΣΗ
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣΕυθαλία Ασημακίδου
ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΕΝΤΥΠΟΥΔίτομο πολυτελές έργο, τυπωμένο σε σαμουά χαρτί με ματ πλαστικοποιημένο εξώφυλλο.