Άρθρα

Τι είναι η λογοτεχνία;

Άννα Παππά
δασκάλα-συγγραφέας

Ο κόσμος του ανθρώπου αποτελείται από αφηγήσεις και από ιστορίες. Με άλλα λόγια αποτελείται από μύθους. Πρωταγωνιστής του κόσμου αυτού είναι η λογοτεχνία. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια του Ομήρου είναι τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα που μπορεί κάποιος να επικαλεστεί. Και είναι τα πιο αρχαία και τα πιο πολυδιαβασμένα.

Το βιβλίο που διαβάζετε σήμερα είναι το τελευταίο, που όμως είναι το σκαλοπάτι για το βιβλίο που ακολουθεί.

Όταν τελειώσει η λογοτεχνία θα τελειώσουν και οι μύθοι και θα επιστρέψει ο φόβος σε έναν κόσμο που, πια, θα φαίνεται ακατανόητος, γεμάτος φοβίες.

Όμως η λογοτεχνία δε διηγείται ιστορίες μόνο και μόνο για να περάσει η ώρα ή για να διώξει τον φόβο. Έχει σκοπό να δώσει νόημα στον κόσμο, να τον εξηγήσει, να αντικαταστήσει την αταξία, το συμπτωματικό και το αναίτιο που διέπει την πραγματικότητα με μια συμβολική τάξη, στην οποία οι συμπτώσεις δεν έχουν θέση και κάθε αιτιατό συνοδεύεται από μία αιτία.

Είναι γεγονός ότι ένα παραμύθι ή ένα μυθιστόρημα δεν είναι σε θέση να παραμορφώσει την πραγματικότητα, να πει εξίσου ψέματα και αλήθεια και, τελικά, να κάνει εξίσου ηθικές όσο και ανήθικες προτροπές. Και αυτό επειδή η λογοτεχνία δεν μπορεί να απαντήσει στα σημαντικά ερωτήματα του ανθρώπου, ούτε στα ασήμαντα. Είναι μία ψευδής κατασκευή, είναι ένας φανταστικός λόγος. Είναι μία αναπαράσταση ψευδών γεγονότων, που όμως την έχουμε ανάγκη καθώς η ανθρωπότητα έζησε με μύθους χιλιάδες χρόνια και με μύθους εξακολουθεί να ζει και σήμερα…

Ο “Γκρέκο” της Μαρίας Ανδρειανού στη Βιβλιοθήκη της Χαριλάου, 20/2/2018

Τι κρύβουν μέσα τους τα λογοτεχνικά βιβλία;

“Το αστεράκι που μετακόμισε” στην Παιδική Βιβλιοθήκη της Ορέστου

Αθήνα 2018- Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Δημιουργώντας δημιουργούς

Άννα Παππά
δασκάλα-συγγραφέας

Κάποτε μια μητέρα ρώτησε τον Αϊνστάιν τι έπρεπε να κάνει για να γίνει το παιδί της τόσο έξυπνο όσο αυτός.

– Να του διαβάζετε παραμύθια, απάντησε ο Αϊνστάιν.

– Ωραία. Και μετά; ζήτησε να μάθει η μητέρα.

– Παραμύθια και πάλι παραμύθια, επέμεινε ο Αϊνστάιν.

Κάθε μέρα, όλο και περισσότερο πληθαίνουν οι φωνές που μιλούν για την ασφυκτική κατάσταση που δημιουργείται στη ζωή των παιδιών μας, από τις λογής-λογής “σειρήνες” που τα περιβάλλουν.

Δεν είναι εύκολο να κάνεις ένα παιδί να αφήσει το κινητό, τον υπολογιστή ή την τηλεόραση για χάρη του βιβλίου, το οποίο αδυνατεί να ανταγωνιστεί την ψυχαγωγία που παρέχει η τεχνολογία σήμερα. Δεν είναι, όμως, αδύνατο. Υπάρχει ελπίδα. Για να καλλιεργηθεί η φιλαναγνωσία, υπάρχουν χίλιοι δυο τρόποι.

Ας αρχίσουμε να διαβάζουμε, συστηματικά, βιβλία στο μικρό παιδί. Η πράξη μας αυτή μιμείται την αφήγηση παραμυθιού. Ισχυροποιεί τις γέφυρες ανάμεσα σε μας και το παιδί, το αναπτύσσει πνευματικά και συναισθηματικά, εξάπτει τη φαντασία του, το βοηθάει να υιοθετήσει σωστή στάση απέναντι στη ζωή, του γνωρίζει την ίδια τη ζωή από τα πρώτα τρυφερά σχολικά του χρόνια. Το βοηθάει να γνωρίσει τους ανθρώπους και τον εαυτό του. Να πλουτίσει τις εμπειρίες, τις γνώσεις, τις ιδέες του, να αναπτύξει την κρίση του, να καλλιεργηθεί αισθητικά, να μάθει να αγαπάει ό,τι καλό, ωραίο και αληθινό. Το βοηθάει να διαμορφώσει το χαρακτήρα του μέσω της ταύτισης και της μίμησης. Να κοινωνικοποιηθεί. Να γνωρίσει το παρελθόν της φυλής του, το παρελθόν της ανθρωπότητας, να ακούει τη μητρική του γλώσσα σε ποικίλους ρυθμούς. Το βοηθάει να καλλιεργηθεί γλωσσικά, να δεχτεί την ανάγνωση. Το γεμίζει χαρά.

Η οικογένεια, είναι η πρώτη πού θα δημιουργήσει το ευνοϊκό κλίμα για να γνωρίσει και ν’ αγαπήσει το παιδί το καλό βιβλίο. Τα παιδικά βιβλία για τα πολύ μικρά παιδιά είναι γεμάτα με εικόνες. Κι είναι έτσι φτιαγμένα ώστε να δημιουργούν μια ευχάριστη, μια ζεστή σχέση, ανάμεσα στο γονέα και το παιδί. Γρήγορα η εικόνα μπαίνει στο οπτικό πεδίο του παιδιού. Μέσα στη ζεστή μας αγκαλιά θα μπορέσει να ερμηνεύσει την εικόνα, να διηγηθεί μια ιστορία, ν’ ανακαλύψει μαζί μας τις λεπτομέρειες των εικόνων. Το μαγικό δώρο της ανάγνωσης γίνεται σιγά σιγά κτήμα του. Εμείς είμαστε ο καταλύτης.

Είμαστε ο αφηγητής. Ο σωστός αφηγητής που χρειάζεται σωστή άρθρωση και προφορά. Που χρειάζεται αφήγηση με τονισμό και χρωματισμό, με απλότητα και αμεσότητα, με δραματικότητα και ενθουσιασμό. Χρειάζεται να γινόμαστε παραμυθάδες, να φοράμε το καπέλο του παραμυθά, να καθόμαστε στο «θρόνο» του παραμυθά, να δημιουργούμε μια ονειρεμένη ατμόσφαιρα χαλαρωτική για το μικρό παιδί. Σκοπός μας είναι να διασκεδάσει, να ταυτιστεί με τους ήρωες, να ονειρευτεί. Το παιδί αγαπά να υποδέχεται τα παραμύθια με λαϊκά στιχάκια. «Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη…» ή με ένα μαγικό ραβδί, που θα το ακουμπήσει, σαν «παραμυθόσκονη», που θα το ραντίσει. Η ατμόσφαιρα γίνεται ξαφνικά τόσο εύκολα μαγική…

Καθώς διαβάζουμε το βλέπουμε πως μας κοιτάζει αλλά συγχρόνως ταξιδεύει αλλού. Έχει γίνει ένα με τη μαγεία. Το ταξίδι είναι τόσο συναρπαστικό, που το παιδί ακούει στην κυριολεξία με «το στόμα ανοιχτό». Είναι η ώρα τέτοια, που δεν την αφήνουμε να μας ξεφύγει. Δεν κλείνουμε το βιβλίο λέγοντας «και… έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα».Προχωράμε. Προχωράμε στη μυθοπλασία. Δημιουργούμε.Δημιουργούμεδημιουργούς.

Παίρνοντας το παιδί στα χέρια του εικονογραφημένα βιβλία δείχνει εκεί το καθετί που βλέπει και το λέει με τ’ όνομά του. Σιγά-σιγά συνδέει την εικόνα με τα γράμματα που τη συνοδεύουν, ζητά να του διαβάσουν τα παράξενα αυτά “σημαδάκια” και ταυτόχρονα του γεννιέται η επιθυμία να μπορέσει και αυτό, από μόνο του, να διαβάσει το ίδιο. Και δεν είναι καθόλου παράξενο, πού ακούμε τα παιδιά μας σ’ αυτή την ηλικία, να διηγούνται μιαν ιστορία στον εαυτό τους, βλέποντας απλώς και μόνο τις εικόνες του βιβλίου!

Το παιδί πρέπει να νιώσει ελεύθερο να αναπτύξει τη φαντασία του, να εκφράσει τον εσωτερικό του κόσμο. Όταν μετά έρθει στο Σχολείο, στην πρώτη τάξη, κι αποκτήσει πια την ικανότητα της ανάγνωσης, ο δάσκαλος έχει την ευθύνη να το φέρει σε επαφή με το γραπτό λόγο και να το βοηθήσει ν’ αναπτύξει την αναγνωστική ικανότητα. Το παιδί, σ’ αυτή τη φάση της ζωής του έχει κάνει μια μεγάλη ανακάλυψη! Τώρα μπορεί ν’ αποκρυπτογραφεί τα γράμματα – σύμβολα κι αυτό του δημιουργεί εμπειρίες, που έχουν καθοριστική σημασία!

Σε καμιά περίπτωση δε χρειάζεται να εξαναγκάζουμε το παιδί μας να διαβάσει κάτι. Δε θ’ αγαπήσουν τα παιδιά μας το διάβασμα, αν τα πιέζουμε! Το καλύτερο είναι να τα φέρουμε κοντά σε βιβλία που του προκαλούν ενδιαφέρον, που είναι καλογραμμένα και καλοτυπωμένα. Θα το πετύχουμε αυτό αν φροντίσουμε να έχουμε στο σπίτι μας τη “γωνιά του βιβλίου”. Να έχουμε στο παιδικό δωμάτιο, όπου είναι αυτό δυνατό, ένα έπιπλο απλό ή έστω ένα ράφι και εκεί, με τη συνεργασία του, να δημιουργούμε σιγά-σιγά η προσωπική του βιβλιοθήκη, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιεί όποτε θέλει τα βιβλία του, αλλά και κυρίως να τα βλέπει., να μεταμορφώνονται σε κιβωτούς ονειροταξιδιών.

Συνιστάται να παίρνουμε τα παιδιά μας στις Βιβλιοθήκες, στα βιβλιοπωλεία και στις διάφορες εκθέσεις βιβλίου, που κατά καιρούς διοργανώνονται από διάφορους φορείς. Να έχουν την εμπειρία και να βλέπουν τα πλήθη των βιβλίων. Να χορταίνει το μάτι τους να βλέπει βιβλία με πολύχρωμα εξώφυλλα, με ωραίες εικόνες, με καλλιτεχνική εμφάνιση. Να τα πιάνουν, να τα αγγίζουν ελεύθερα, χωρίς “μη” και “όχι”, να τα ξεφυλλίζουν, να τα αγοράζουν μόνα τους, να τα σφίγγουν στην αγκαλιά τους!

Το κυριότερο όμως είναι να τα μάθουμε, όσο μεγαλώνουν, να επιλέγουν τα βιβλία πού θα διαβάσουν. Ας μη γίνεται η επιλογή τους με μόνο κριτήριο το πολύχρωμο εξώφυλλο, το μεγάλο σχήμα ή ακόμη και τ’ όνομα του συγγραφέα… Ας μάθουμε τα παιδιά μας να διαβάζουν την περίληψη του περιεχομένου, που συνήθως υπάρχει στο οπισθόφυλλο, να το ξεφυλλίζουν, να βρίσκουν και να διαβάζουν τις κριτικές βιβλίων που δημοσιεύονται, τις ελάχιστες δυστυχώς, στα λιγοστά περιοδικά για τα παιδικά βιβλία.

Είναι πολύ σημαντικό να διαμορφώσουμε ένα κλίμα ευνοϊκό για την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας μέσα στην οικογένεια. Είναι σημαντικό να γίνουμε και εμείς θερμότεροι αναγνώστες. Καλές είναι οι οθόνες και τα διάφορα πληκτρολόγια που κατακλύζουν κάθε παιδί. Στις οθόνες αυτές όμως το παιδί βλέπει ό,τι δημιούργησε η φαντασία ενός άλλου, άγνωστου, που ζει πολύ μακριά. Βλέπει αυτό που αποφάσισε κάποιος άλλος. Στο βιβλίο, με τα μάτια της ψυχής του, θα δει αυτό που δημιούργησε η δική του φαντασία. Αυτή είναι διαφορά, αυτή είναι η μαγική συνταγή πουδημιουργεί δημιουργούς.

αναδημοσίευση: Anna’s Pappa blog

Η Κλινική Ψυχολόγος και Συγγραφέας Ηλιάνα Παντολέων γράφει για την αξία του παραμυθιού

«Το παραμύθι είναι ο καλύτερος τρόπος

για να προσεγγίσει το παιδί την αλήθεια»

Bruno Bettelheim

Ένα τραγούδι λέει «τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια, αλλά τουλάχιστον δεν είναι ψέματα» .

Όχι μόνο το παραμύθι δε λέει ψέματα, αλλά περιγράφει με τον πιο γλαφυρό και εύστοχο τρόπο την αλήθεια του εαυτού ο οποίος συχνά βασανίζεται από συγκρούσεις, διλήμματα, μεικτά συναισθήματα, άγχη και φόβους.

Το παραμύθι σε αντίθεση με τις παιδικές ιστορίες που συμβαίνουν στο εδώ και τώρα, συμβαίνει στο εκεί και τότε. Αυτό σημαίνει πως λαμβάνει χώρα πολύ μακριά από την πραγματικότητα του παιδιού και δημιουργεί έτσι το πιο ασφαλές περιβάλλον για να μπορέσει το παιδί να προσαρμόσει τα ασυνείδητα περιεχόμενα του παραμυθιού στη δική του φαντασία και έτσι να τα καταλάβει και να οδηγηθεί στη λύτρωση. Το παραμύθι όχι μόνο διασκεδάζει και καλωσορίζει τον Ύπνο, αλλά δίνει εικόνες στο παιδί και μορφοποιεί τις φαντασιώσεις του οι οποίες ειδάλλως θα ήταν πολύ απειλητικές. Οι ήρωες και τα πάθη τους δίνουν τη δυνατότητα στο παιδί να ταυτιστεί χωρίς αντίσταση και να βρει λύση στα προσωπικά του προβλήματα με τον πιο εύκολο και ανώδυνο τρόπο. Δίνουν το χώρο στο παιδί να αποδεχτεί την κακιά του πλευρά και να προβάλει τα αρνητικά του συναισθήματα χωρίς ενοχή. Προετοιμάζουν, επίσης, το παιδί για δύσκολους καιρούς και το ενημερώνουν πως χρειάζεται υπομονή, ωρίμανση και πίστη ώσπου ο εαυτός να γνωρίσει τις χάρες του και να ευτυχίσει. Το παραμύθι υπόσχεται ένα αίσιο τέλος ύστερα από πολλές κακουχίες. Τιμωρεί το κακό και ευεργετεί το καλό ενώ ταυτόχρονα τα εναλλάσσει. Δεν αφήνει διφορούμενα νοήματα ούτε περιγράφει αμφιθυμικούς ανθρώπους. Προσφέρει οργάνωση στο χάος και προοπτική στην απελπισία. Απενοχοποιεί, αποδέχεται χωρίς όρους και υπόσχεται. Τέτοια είναι τα πρόσωπα και τα γεγονότα του παραμυθιού, ανθρώπινα και συνυφασμένα με την πολυπλοκότητα του ψυχισμού και της παιδικής σκέψης.

Με σύντομα λόγια, η αξία του παραμυθιού έγκειται στο ότι επιτρέπει στο παιδί, τις στιγμές που πληγώνεται ή απογοητεύεται, να μισεί τον κακό λύκο και την κακιά μητριά αντί για τα σημαντικά πρόσωπα της ζωής του ή και τον εαυτό του-γεγονός δύσκολο ή και ανεπίτρεπτο. Έτσι το παραμύθι δρα ψυχοθεραπευτικά στο παιδί, γαληνεύει την ψυχή του και ανοίγει έναν ευκολοδιάβατο μονοπάτι προς την ομαλή ψυχοκοινωνική ανάπτυξη.

«Να παραμυθιαστεί η ψυχή μου να σε πιστέψει πάλι από την αρχή»

“Οι Περιπέτειες Τριών Φίλων”, είναι ένα βιβλίο με τρία παραμύθια, οι ήρωες των οποίων συμβολίζουν τα τρία στοιχεία του ψυχισμού, το Εγώ, το Υπερεγώ και το Ασυνείδητο και οι περιπέτειές τους, την πάλη του εαυτού να ισορροπήσει ανάμεσα σε αντίρροπες δυνάμεις, σε ενορμήσεις και απαιτήσεις και έτσι να ωριμάσει και να ευτυχίσει.

Χάρη στην ιδιαιτερότητα της μερικής εικονογράφησης των ηρώων, δίνεται η δυνατότητα στο παιδί να φαντασιώσει μόνο του τους ήρωες και να τους ζωγραφίσει. Η απελευθέρωση της φαντασίωσης είναι απαραίτητη για να οικειοποιηθεί το παιδί το παραμύθι και να ταυτιστεί με τους ήρωες έτσι ώστε να λειτουργήσει η ιστορία ψυχοθεραπευτικά και λυτρωτικά. Ταυτόχρονα, το υλικό του παιδικού ιχνογραφήματος μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην κλινική πράξη από ειδικούς ψυχικής υγείας.

Τα συγκεκριμένα παραμύθια είναι κατάλληλα προς ανάγνωση από τους γονείς, τους εκπαιδευτικούς και κάθε ενήλικα φροντιστή που επιθυμεί να εισάγει το παιδί στη μαγεία, απαραίτητο στοιχείο για να μπορέσει να κατανοήσει τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του.

Ηλιάνα Παντολέων

Το βιβλίο της Ηλιάνας Παντολέων “Οι Περιπέτειες Τριών Φίλων” μπορείτε να το αγοράσετε μέσω του αυτοματοποιημένου συστήματος πώλησης fylatos.com, σε ebook και έντυπο, προσθέτοντάς το στο καλάθι ή με τηλεφωνική παραγγελία στο 2310-821622. Τα μεταφορικά είναι ΔΩΡΕΑΝ για όλη την Ελλάδα και για 62 χώρες του εξωτερικού.

ISBN: 978-618-5232-78-8
Σελίδες: 50
Εσωτερικό: Πολυτελής έγχρωμη έκδοση, τυπωμένη σε βρώσιμο χαρτί με ατοξικά χρώματα.

Η μαγική δύναμη των μυθιστορημάτων

ebooksγράφει: Σπύρος Μανουσέλης

Ο άνθρωπος φαίνεται πως είναι το μοναδικό έμβιο πλάσμα πάνω στον πλανήτη που έχει τη διαχρονική ανάγκη να ακούει, να επινοεί και να διηγείται ιστορίες. Ποια όμως ζωτική κοινωνική ή και βιολογική ανάγκη εξυπηρετεί αυτή η εκπληκτική όσο και μοναδική ικανότητά μας;

Ενώ όλοι συμφωνούν πρόθυμα ότι οι πιο απίστευτες αφηγήσεις -τα διάφορα κοινωνικά ή πολιτισμικά μυθεύματα, τα πολιτικά ή θρησκευτικά παραμύθια- μπορούν να επηρεάζουν σημαντικά τη ζωή των ανθρώπων κάθε ηλικίας, ελάχιστοι προβληματίζονται για τα πραγματικά αίτια της διαχρονικής παρουσίας ενός τόσο εξόφθαλμα ανορθολογικού φαινομένου: της δύναμης των λέξεων να μας επηρεάζουν.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, άρχισαν δειλά δειλά να εμφανίζονται σοβαρές εργαστηριακές μελέτες που επιχειρούν να διαφωτίσουν επιστημονικά την τυπικά ανθρώπινη προδιάθεση να μετατρέπουμε σε αφηγήσεις ό,τι γνωρίζουμε, αλλά και ό,τι αγνοούμε.

Είναι ευρέως αποδεκτό ότι η ανάγνωση ενός μυθιστορήματος και γενικότερα ενός λογοτεχνικού έργου ασκεί μεγάλη επίδραση στη ζωή και τη σκέψη των αναγνωστών οι οποίοι, ενίοτε, ταυτίζονται με τους ήρωες των ιστοριών.

Λιγότερο γνωστό, μέχρι πρόσφατα, ήταν το γιατί και κυρίως το πώς συμβαίνει «το θαύμα» της λογοτεχνικής μέθεξης.

Μόλις πριν από λίγες μέρες ανακοινώθηκε μια ενδιαφέρουσα έρευνα που πραγματοποίησαν οι Ε. Κάστανο (Emanuele Castano) και Ν. Κιντ (David Comet Kidd) στο New School for Social Science της Νέας Υόρκης.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα αυτής της έρευνας, η ανάγνωση αξιόλογων λογοτεχνικών έργων αυξάνει σημαντικά την ικανότητά μας για «ενσυναίσθηση», δηλαδή την ικανότητά μας να ταυτιζόμαστε και να κατανοούμε τους άλλους και το κοινωνικό μας περιβάλλον.

log8eol2Τα μυθιστορήματα -ιδίως όταν πρόκειται για έργα υψηλής λογοτεχνικής αξίας- ενισχύουν την ικανότητά μας να ταυτιζόμαστε και να κατανοούμε καλύτερα τους άλλους και τον ίδιο μας τον εαυτό.

Οι ερευνητές οδηγήθηκαν σε αυτό το εντυπωσιακό συμπέρασμα υποβάλλοντας σε μια σειρά ψυχολογικά τεστ χίλιους εθελοντές-αναγνώστες, καθένας από τους οι οποίους είχε διαβάσει είτε ένα αξιόλογο μυθιστόρημα, ένα δοκίμιο είτε ένα ανάγνωσμα μαζικής λογοτεχνίας.

Όπως διαπίστωσαν, οι αναγνώστες που είχαν διαβάσει αξιόλογα λογοτεχνικά βιβλία πετύχαιναν σαφώς καλύτερα αποτελέσματα στα σχετικά τεστ και επιπλέον επιδείκνυαν αυξημένη κοινωνική νοημοσύνη, ψυχολογική ευαισθησία και ενσυναίσθηση.

«Η λογοτεχνία δεν είναι απλώς μια προσομοίωση της κοινωνικής πραγματικότητας, αλλά αυτή η ίδια είναι μια κοινωνική εμπειρία» όπως διευκρίνισε ο David Comet Kidd.

Το γεγονός ότι τα πιο ευτελή μαζικά αναγνώσματα είναι λιγότερο «αποτελεσματικά» από τα λογοτεχνικά αφηγήματα οφείλεται στο ότι προσφέρουν στον αναγνώστη μια λιγότερο σύνθετη εικόνα της πραγματικότητας και στο ότι τα πρόσωπα του δράματος είναι κοινότοπα και απολύτως προβλέψιμα.

Η ανάγκη του εγκεφάλου να πλάθει ιστορίες

Σήμερα, όλοι αναγνωρίζουν ότι πρωτοπόρος στο πεδίο της νευρολογοτεχνίας είναι ο επιφανής νευροψυχολόγος Ρέιμοντ Μαρ (Raymond Mar) και η ομάδα του στο Πανεπιστήμιο Γιορκ στο Τορόντο του Καναδά, οι οποίοι πραγματοποίησαν μερικές σημαντικές έρευνες γύρω από τις εγκεφαλικές προϋποθέσεις και την ψυχολογική λειτουργία των λογοτεχνικών αφηγημάτων.

Βασιζόμενος σε μια σειρά από εργαστηριακές μελέτες, που πραγματοποίησε μαζί με τον στενό συνεργάτη του, Κιθ Οουτλι (Keith Oatley), καθηγητή νευροεπιστήμης στο ίδιο πανεπιστήμιο και καταξιωμένο λογοτέχνη, κατέληξε το 2006 στο συμπέρασμα ότι οι αφηγήσεις λειτουργούν σαν «προσομοιωτές πτήσεων» για τις ανθρώπινες κοινωνικές σχέσεις!

Όπως όταν κάποιος επιθυμεί να γίνει πιλότος αεροπλάνων οφείλει να εκπαιδευτεί επί μακρόν σε έναν επίγειο προσομοιωτή πτήσεων, έτσι και η ακρόαση και η αφήγηση ιστοριών αποτελούν την απαραίτητη προπαιδεία για τη σύναψη των κοινωνικών σχέσεών μας.

Αναλύοντας κατά περίπτωση τα δεδομένα και κατόπιν συγκρίνοντας συνολικά τις διαφορετικές ικανότητες ως προς την κοινωνική επιτηδειότητα και τη συναισθηματική ενσυναίσθηση που ήταν ικανοί να επιδεικνύουν οι εθελοντές φοιτητές που συμμετείχαν στα πειράματα, οι ερευνητές οδηγήθηκαν στην εύλογη υπόθεση ότι οι αφηγήσεις ή οι ακροάσεις ιστοριών λειτουργούν ως ένα είδος «προσομοιωτή πτήσεων» για τις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.

Ήταν η πρώτη σαφής ένδειξη για τη σημασία και τη λειτουργία των λογοτεχνικών ιστοριών στις ανθρώπινες κοινωνικές σχέσεις. Σε αυτή τη μελέτη, ωστόσο, παρέμεναν αδιευκρίνιστες οι σχέσεις αιτίας-αποτελέσματος.

Όπως διευκρινίζει ο ίδιος ο Μαρ, «όταν το περιεχόμενο των ιστοριών έχει υψηλή κοινωνική αξία και μας διεγείρει διανοητικά, μπορεί να βελτιώσει τις κοινωνικές δεξιότητες των ατόμων. Όποιος διηγείται και ακούει (ή διαβάζει) μυθιστορηματικές ιστορίες παρουσιάζει μια σαφώς πιο πλούσια κοινωνική ζωή. Δεν είμαστε όμως ακόμη σε θέση να αποφασίσουμε, με τρόπο επιστημονικά ακριβή, αν η αφήγηση ιστοριών είναι η αιτία της καλύτερης κοινωνικής προσαρμογής ή, αντίθετα, το προϊόν της».

Για να αποφασίσει αν προηγούνται αιτιακά οι ιστορίες ή η κοινωνική προσαρμογή, ο Μαρ και οι συνεργάτες του σχεδίασαν μερικά πολύ ενδιαφέροντα και ιδιαιτέρως αποκαλυπτικά πειράματα σχετικά με τον εγκεφαλικό εντοπισμό των αφηγηματικών πρακτικών μας.

Έτσι το 2007-08, καταφεύγοντας στις νέες τεχνικές απεικόνισης του εγκεφάλου (λειτουργική μαγνητική τομογραφία), κατάφεραν να εντοπίσουν επακριβώς ποιες περιοχές του εγκεφάλου ενεργοποιούνται όταν βλέπουμε, ακούμε ή διηγούμαστε ενδιαφέρουσες ιστορίες.

Όμως, και ένας άλλος κορυφαίος νευροεπιστήμονας, ο Μάικλ Γκαζάνιγκα (Michael Gazzaniga) είναι πεπεισμένος ότι τόσο η αφήγηση όσο και η ακρόαση ιστοριών σχετίζονται με εντοπισμένες δομές και λειτουργίες του ανθρώπινου εγκεφάλου οι οποίες εμπλέκονται στην κοινωνική μας συμπεριφορά και διευκολύνουν ή, όταν δυσλειτουργούν, παρεμποδίζουν την κοινωνικοποίησή μας!

«Είμαστε προετοιμασμένοι να αντιμετωπίζουμε με ταχύτητα τα απρόβλεπτα συμβάντα της ζωής επειδή τα έχουμε φανταστεί ή ακούσει από κάποιες διηγήσεις ανάλογων περιπτώσεων. Αυτή είναι μια από τις ουσιαστικές εξελικτικές λειτουργίες της αφήγησης ιστοριών», εξηγεί ο Γκαζάνιγκα, διεθνής αυθεντία στη μελέτη ασθενών με χειρουργικά διαιρεμένους εγκεφάλους για την αντιμετώπιση σοβαρών νευρολογικών παθήσεων.

Όταν, μετά τη χειρουργική επέμβαση, ο κορυφαίος νευροεπιστήμονας ζητούσε από αυτούς τους ασθενείς να δικαιολογήσουν τη φαινομενικά ασυνεπή ή και περίεργη συμπεριφορά που προέκυπτε είτε από το δεξιό, είτε από το αριστερό εγκεφαλικό τους ημισφαίριο, τα οποία πλέον δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους, οι περισσότεροι ασθενείς έτειναν να επινοούν εύλογες ιστορίες ή «εξηγήσεις» που δικαιολογούσαν την παράλογη συμπεριφορά τους. Ιδού πώς το εξηγεί ο Γκαζάνιγκα:

«Διαπιστώνοντας τόσο συχνά αυτό το φαινόμενο, κατάλαβα ότι ο εγκέφαλός μας καταφεύγει στην τεχνική της “εξιστόρησης” για να βάζει τάξη στην αταξία και να δίνει κάποια λογική συνοχή σε ό,τι είναι λογικά ασυνεπές».

αναδημοσίευση:www.efsyn.gr

Ο Ύμνος του Βιβλίου

Πες μου κάτι, τι αξίζει πιο πολύ από φλουριά;
Πες μου κάτι, τι χαρίζει γέλιο, κέφι και χαρά;

Έλα, πες μου τι γεμίζει παρηγόρια την καρδιά;
Έλα, πες μου, τι σκορπίζει την πιο μαύρη συννεφιά;

Έλα, πες μου, τι ‘ναι εκείνο που με κάνει και δακρύζω,
Που με κάνει να γελάω, που με κάνει να ελπίζω;

Έλα, πες μου, τι ‘ναι εκείνο που με κάνει να γιορτάζω,
Που με κάνει να πετάω, στα ουράνια να καλπάζω;

Ένα βιβλίο! Ένα βιβλίο!

Ένα βιβλίο που μαγεύει, όνειρα στο νου φυτεύει
Και στο ταξίδι της ζωής, πιστά μας συντροφεύει!

Ευγένιος Τριβιζάς

Δημιουργώντας δημιουργούς

images (2)Άννα Παππά
δασκάλα-συγγραφέας

Κάποτε μια μητέρα ρώτησε τον Αϊνστάιν τι έπρεπε να κάνει για να γίνει το παιδί της τόσο έξυπνο όσο αυτός.

– Να του διαβάζετε παραμύθια, απάντησε ο Αϊνστάιν.

– Ωραία. Και μετά; ζήτησε να μάθει η μητέρα.

– Παραμύθια και πάλι παραμύθια, επέμεινε ο Αϊνστάιν.

Κάθε μέρα, όλο και περισσότερο πληθαίνουν οι φωνές που μιλούν για την ασφυκτική κατάσταση που δημιουργείται στη ζωή των παιδιών μας, από τις λογής-λογής “σειρήνες” που τα περιβάλλουν.

Δεν είναι εύκολο να κάνεις ένα παιδί να αφήσει το κινητό, τον υπολογιστή ή την τηλεόραση για χάρη του βιβλίου, το οποίο αδυνατεί να ανταγωνιστεί την ψυχαγωγία που παρέχει η τεχνολογία σήμερα. Δεν είναι, όμως, αδύνατο. Υπάρχει ελπίδα. Για να καλλιεργηθεί η φιλαναγνωσία, υπάρχουν χίλιοι δυο τρόποι.

Ας αρχίσουμε να διαβάζουμε, συστηματικά, βιβλία στο μικρό παιδί. Η πράξη μας αυτή μιμείται την αφήγηση παραμυθιού. Ισχυροποιεί τις γέφυρες ανάμεσα σε μας και το παιδί, το αναπτύσσει πνευματικά και συναισθηματικά, εξάπτει τη φαντασία του, το βοηθάει να υιοθετήσει σωστή στάση απέναντι στη ζωή, του γνωρίζει την ίδια τη ζωή από τα πρώτα τρυφερά σχολικά του χρόνια. Το βοηθάει να γνωρίσει τους ανθρώπους και τον εαυτό του. Να πλουτίσει τις εμπειρίες, τις γνώσεις, τις ιδέες του, να αναπτύξει την κρίση του, να καλλιεργηθεί αισθητικά, να μάθει να αγαπάει ό,τι καλό, ωραίο και αληθινό. Το βοηθάει να διαμορφώσει το χαρακτήρα του μέσω της ταύτισης και της μίμησης. Να κοινωνικοποιηθεί. Να γνωρίσει το παρελθόν της φυλής του, το παρελθόν της ανθρωπότητας, να ακούει τη μητρική του γλώσσα σε ποικίλους ρυθμούς. Το βοηθάει να καλλιεργηθεί γλωσσικά, να δεχτεί την ανάγνωση. Το γεμίζει χαρά.

Η οικογένεια, είναι η πρώτη πού θα δημιουργήσει το ευνοϊκό κλίμα για να γνωρίσει και ν’ αγαπήσει το παιδί το καλό βιβλίο. Τα παιδικά βιβλία για τα πολύ μικρά παιδιά είναι γεμάτα με εικόνες. Κι είναι έτσι φτιαγμένα ώστε να δημιουργούν μια ευχάριστη, μια ζεστή σχέση, ανάμεσα στο γονέα και το παιδί. Γρήγορα η εικόνα μπαίνει στο οπτικό πεδίο του παιδιού. Μέσα στη ζεστή μας αγκαλιά θα μπορέσει να ερμηνεύσει την εικόνα, να διηγηθεί μια ιστορία, ν’ ανακαλύψει μαζί μας τις λεπτομέρειες των εικόνων. Το μαγικό δώρο της ανάγνωσης γίνεται σιγά σιγά κτήμα του. Εμείς είμαστε ο καταλύτης.

Είμαστε ο αφηγητής. Ο σωστός αφηγητής που χρειάζεται σωστή άρθρωση και προφορά. Που χρειάζεται αφήγηση με τονισμό και χρωματισμό, με απλότητα και αμεσότητα, με δραματικότητα και ενθουσιασμό. Χρειάζεται να γινόμαστε παραμυθάδες, να φοράμε το καπέλο του παραμυθά, να καθόμαστε στο «θρόνο» του παραμυθά, να δημιουργούμε μια ονειρεμένη ατμόσφαιρα χαλαρωτική για το μικρό παιδί. Σκοπός μας είναι να διασκεδάσει, να ταυτιστεί με τους ήρωες, να ονειρευτεί. Το παιδί αγαπά να υποδέχεται τα παραμύθια με λαϊκά στιχάκια. «Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη…» ή με ένα μαγικό ραβδί, που θα το ακουμπήσει, σαν «παραμυθόσκονη», που θα το ραντίσει. Η ατμόσφαιρα γίνεται ξαφνικά τόσο εύκολα μαγική…

Καθώς διαβάζουμε το βλέπουμε πως μας κοιτάζει αλλά συγχρόνως ταξιδεύει αλλού. Έχει γίνει ένα με τη μαγεία. Το ταξίδι είναι τόσο συναρπαστικό, που το παιδί ακούει στην κυριολεξία με «το στόμα ανοιχτό». Είναι η ώρα τέτοια, που δεν την αφήνουμε να μας ξεφύγει. Δεν κλείνουμε το βιβλίο λέγοντας «και… έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα».Προχωράμε. Προχωράμε στη μυθοπλασία. Δημιουργούμε. Δημιουργούμεδημιουργούς.

Παίρνοντας το παιδί στα χέρια του εικονογραφημένα βιβλία δείχνει εκεί το καθετί που βλέπει και το λέει με τ’ όνομά του. Σιγά-σιγά συνδέει την εικόνα με τα γράμματα που τη συνοδεύουν, ζητά να του διαβάσουν τα παράξενα αυτά “σημαδάκια” και ταυτόχρονα του γεννιέται η επιθυμία να μπορέσει και αυτό, από μόνο του, να διαβάσει το ίδιο. Και δεν είναι καθόλου παράξενο, πού ακούμε τα παιδιά μας σ’ αυτή την ηλικία, να διηγούνται μιαν ιστορία στον εαυτό τους, βλέποντας απλώς και μόνο τις εικόνες του βιβλίου!

Το παιδί πρέπει να νιώσει ελεύθερο να αναπτύξει τη φαντασία του, να εκφράσει τον εσωτερικό του κόσμο. Όταν μετά έρθει στο Σχολείο, στην πρώτη τάξη, κι αποκτήσει πια την ικανότητα της ανάγνωσης, ο δάσκαλος έχει την ευθύνη να το φέρει σε επαφή με το γραπτό λόγο και να το βοηθήσει ν’ αναπτύξει την αναγνωστική ικανότητα. Το παιδί, σ’ αυτή τη φάση της ζωής του έχει κάνει μια μεγάλη ανακάλυψη! Τώρα μπορεί ν’ αποκρυπτογραφεί τα γράμματα – σύμβολα κι αυτό του δημιουργεί εμπειρίες, που έχουν καθοριστική σημασία!

Σε καμιά περίπτωση δε χρειάζεται να εξαναγκάζουμε το παιδί μας να διαβάσει κάτι. Δε θ’ αγαπήσουν τα παιδιά μας το διάβασμα, αν τα πιέζουμε! Το καλύτερο είναι να τα φέρουμε κοντά σε βιβλία που του προκαλούν ενδιαφέρον, που είναι καλογραμμένα και καλοτυπωμένα. Θα το πετύχουμε αυτό αν φροντίσουμε να έχουμε στο σπίτι μας τη “γωνιά του βιβλίου”. Να έχουμε στο παιδικό δωμάτιο, όπου είναι αυτό δυνατό, ένα έπιπλο απλό ή έστω ένα ράφι και εκεί, με τη συνεργασία του, να δημιουργούμε σιγά-σιγά η προσωπική του βιβλιοθήκη, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιεί όποτε θέλει τα βιβλία του, αλλά και κυρίως να τα βλέπει., να μεταμορφώνονται σε κιβωτούς ονειροταξιδιών.

Συνιστάται να παίρνουμε τα παιδιά μας στις Βιβλιοθήκες, στα βιβλιοπωλεία και στις διάφορες εκθέσεις βιβλίου, που κατά καιρούς διοργανώνονται από διάφορους φορείς. Να έχουν την εμπειρία και να βλέπουν τα πλήθη των βιβλίων. Να χορταίνει το μάτι τους να βλέπει βιβλία με πολύχρωμα εξώφυλλα, με ωραίες εικόνες, με καλλιτεχνική εμφάνιση. Να τα πιάνουν, να τα αγγίζουν ελεύθερα, χωρίς “μη” και “όχι”, να τα ξεφυλλίζουν, να τα αγοράζουν μόνα τους, να τα σφίγγουν στην αγκαλιά τους!

Το κυριότερο όμως είναι να τα μάθουμε, όσο μεγαλώνουν, να επιλέγουν τα βιβλία πού θα διαβάσουν. Ας μη γίνεται η επιλογή τους με μόνο κριτήριο το πολύχρωμο εξώφυλλο, το μεγάλο σχήμα ή ακόμη και τ’ όνομα του συγγραφέα… Ας μάθουμε τα παιδιά μας να διαβάζουν την περίληψη του περιεχομένου, που συνήθως υπάρχει στο οπισθόφυλλο, να το ξεφυλλίζουν, να βρίσκουν και να διαβάζουν τις κριτικές βιβλίων που δημοσιεύονται, τις ελάχιστες δυστυχώς, στα λιγοστά περιοδικά για τα παιδικά βιβλία.

Είναι πολύ σημαντικό να διαμορφώσουμε ένα κλίμα ευνοϊκό για την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας μέσα στην οικογένεια. Είναι σημαντικό να γίνουμε και εμείς θερμότεροι αναγνώστες. Καλές είναι οι οθόνες και τα διάφορα πληκτρολόγια που κατακλύζουν κάθε παιδί. Στις οθόνες αυτές όμως το παιδί βλέπει ό,τι δημιούργησε η φαντασία ενός άλλου, άγνωστου, που ζει πολύ μακριά. Βλέπει αυτό που αποφάσισε κάποιος άλλος. Στο βιβλίο, με τα μάτια της ψυχής του, θα δει αυτό που δημιούργησε η δική του φαντασία. Αυτή είναι διαφορά, αυτή είναι η μαγική συνταγή που δημιουργεί δημιουργούς.

αναδημοσίευση: Anna’s Pappa blog